Για τρίτη φορά μέσα στα τελευταία δεκατρία χρόνια, η κορυφαία γαλακτοβιομηχανία της Ηπείρου, βγαίνει ξανά στο σφυρί, μιας και το αμερικανικό fund CVC Capital Partners αποφάσισε να αποσυρθεί, κεφαλαιοποιώντας τα κέρδη που είχε αυτά τα χρόνια που διοικούσε την εταιρία.

Ας σημειώσουμε ότι η CVC αποτελούσε τον «εθνικό επενδυτή» στο ελληνικό Ελντοράντο των μνημονιακών αναδιαρθρώσεων και των πολλαπλών ιδιωτικοποιήσεων, κυρίαρχη στο χώρο των ιδιωτικών κλινικών ( Υγεία, Metropolitan, Μητέρα, Metropolitan General, Λητώ κλπ), στο χώρο των ασφαλειών (Εθνική Ασφαλιστική), στο χώρο των τροφίμων (Vivartia, Δέλτα, Μπάρμπα Στάθης κ.ά.), μεγαλομέτοχος της ΔΕΗ και ιδιοκτήτρια μιας σειράς από μαρίνες της χώρας. Υποψήφια επενδύτρια στην ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με ιδιωτική ιατρική σχολή και βάλε. Αυτός -ο «στρατηγικός επενδυτής» κατά την κυβέρνηση αλλά μέγας λήσταρχος για τον ελληνικό λαό- απασχολεί σε υψηλόβαθμη θέση την κόρη του πρωθυπουργού της χώρας και τον τελευταίο καιρό φαίνεται ότι βρίσκεται σε στάδιο αποεπένδυσης. Η CVC, πιστή στην τακτική της κερδοσκοπικής «αρπαχτής», στο κυνήγι της μέγιστης κερδοφορίας, όπως κάθε «σοβαρός» κεφαλαιοκράτης, τώρα εμφανίζεται σαν δυνητικός πωλητής. Πρόσφατα πούλησε το 60% των επενδύσεών της στον τομέα της υγείας έναντι περίπου 960 εκατ. ευρώ, τον «Μπάρμπα Στάθη» για 130 εκατ. €, την «Εθνική Ασφαλιστική» 6,5 φορές περισσότερο απ’ ό,τι την αγόρασε μόλις πριν τρία χρόνια και τώρα τη «Δωδώνη». Στην Ισπανία, που είχε αγοράσει ιδιωτικά θεραπευτήρια 950 εκατ. €, τα πούλησε μετά από λίγα χρόνια 5,5 δισ. €, για να έχουμε μια τάξη μεγέθους των κερδοφοριών στις οποίες επιδίδονται αυτά τα «ευγενικά επενδυτικά κεφάλαια»!

Η CVC είχε αγοράσει τη ΔΩΔΩΝΗ το 2021 από το S.I. Foods Holding, ένα fund ρωσικών συμφερόντων, έναντι 100 εκατ. €, που και αυτοί με τη σειρά τους την είχαν αγοράσει (φυσικά στην προ ρωσοφοβική εποχή) από την υπό εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα το 2012. Ήταν η εποχή του μεγάλου μνημονιακού πλιάτσικου και το τίμημα ήταν μόλις 20 εκατ. €, ενώ οι αποθήκες της είχαν πολλαπλάσιας αξίας εμπορεύματα που βγήκαν αμέσως στην αγορά από τον νέο αγοραστή.

Η γαλακτοβιομηχανία ΔΩΔΩΝΗ ήταν ιστορικά συνυφασμένη με την οικονομία της Ηπείρου και για δεκαετίες αποτελούσε τον πυλώνα της κτηνοτροφικής παραγωγής (κύρια δραστηριότητα της ηπειρωτικής υπαίθρου), με αξιόλογα γαλακτοκομικά προϊόντα που κυριαρχούν στην εγχώρια αγορά αλλά και με μεγάλες εξαγωγικές επιδόσεις. Είχε ιδρυθεί το 1963 από την Αγροτική τράπεζα και τις Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών της Ηπείρου. Η στήριξή της από τον κτηνοτροφικό κόσμο της περιοχής, που μέσω αυτής της συνεταιριστικής γαλακτοβιομηχανίας ξεμπλοκαρίστηκε από την άγρια εκμετάλλευση του παλιού «μπατζαριού» τη δεκαετία του ’60, την έκανε την κορυφαία εταιρία στη χώρα και ηγέτη στην αγορά της επώνυμης «Φέτα». Με την πτώση τής συνεταιριστικής της υπόστασης και την ιδιωτικοποίησή της το 2012, ξεκινά ένας άλλος κύκλος εκμετάλλευσης του κτηνοτροφικού κόσμου, όπου το μικρό τοπικό τυροκομείο, τρεις δεκαετίες μετά, αντικαταστάθηκε από την περίφημη «ιδιωτική πρωτοβουλία» και το διεθνοποιημένο κεφάλαιο. Και ενώ η μεγέθυνση της γαλακτοβιομηχανίας προχωρούσε μαζί με τα κέρδη, ο αποδεκατισμός και η απαξίωση της κτηνοτροφικής παραγωγής της Ηπείρου έκαναν όλο και πιο έντονη την παρουσία τους, σε μια αντίστροφη πορεία των δεκαετιών 1970 – 80.

Σήμερα η ΔΩΔΩΝΗ διαθέτει μια σημαντική προίκα, με τρεις εργοστασιακές μονάδες σε Ελλάδα και Κύπρο, μια σημαντική ζώνη γάλακτος που ξεπερνά τα όρια της Ηπείρου, θυγατρικές σε Ολλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία και εξαγωγές σε 51 χώρες. Εξάγει το 65% της παραγωγής της, που αντιστοιχεί σε πάνω από 90.000 τόνους κυρίως τυριού ΠΟΠ «Φέτα». Το 2024 εμφάνισε αύξηση τζίρου περί τα 180 εκατ. € από 170 εκατ. € το 2023.

Αυτή η εταιρία σαφέστατα αποτελεί αντικείμενο πόθου για σειρά «επενδυτών» που όμως δεν συνέτρεξαν όπως το 2012 που το κράτος τη χάριζε στο ιδιωτικό κεφάλαιο, γιατί τώρα το τίμημα που βάζουν τα αφεντικά της CVC ανέρχεται σε 200 εκατ. €. Έτσι, ενδιαφέρον έδειξαν ελάχιστες εταιρίες και απ’ ό,τι φαίνεται τελικές συζητήσεις γίνονται με τα «Ελληνικά Γαλακτοπωλεία» της οικογένειας Σαράντη που είχαν ενδιαφερθεί και τις άλλες δύο φορές που η ΔΩΔΩΝΗ είχε βγει προς πώληση. Η οικογένεια Σαράντη αναπτύχθηκε στο χώρο της γαλακτοκομικής μεταποίησης στην ίδια περίοδο κρίσης των συνεταιριστικών βιομηχανιών που ταλάνισαν και την ίδια τη ΔΩΔΩΝΗ στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Τότε πέρασαν στον έλεγχό της οι μεγάλες συνεταιριστικές γαλακτοβιομηχανίες «Όλυμπος» και «Ροδόπη» που της έδωσαν την απαιτούμενη ώθηση για την κυριαρχία στην αγορά.

Είναι ξεκάθαρο ότι ο χορός εκατομμυρίων που λαμβάνει χώρα στήνεται στην πλάτη του κτηνοτροφικού κόσμου που παράγει όλον αυτό τον πλούτο και είναι το προϊόν της εκμετάλλευσής του. Στην ίδια όμως πλευρά της εκμετάλλευσης είναι και ο καταναλωτής που αγοράζει το τρόφιμο όλο και ακριβότερα όλο και πιο βιομηχανοποιημένο. Είναι γνωστό ότι σε περιόδους κρίσης σαν αυτή που ζούμε και το ποσοστό κέρδους πέφτει για το κεφάλαιο σε άλλους τομείς της οικονομίας, η καταφυγή στον κλάδο των τροφίμων γίνεται μια ασφαλής επιλογή, γιατί το τρόφιμο αποτελεί μια ύστατη ανάγκη του γενικού πληθυσμού. Αυτό είναι το έργο που είμαστε όλοι θεατές και που το αντικρίζουμε κάθε μέρα στα ψώνια μας στο super market.

Κλειδί για την αλλαγή αυτής της θλιβερής παράστασης που ρημάζει όχι μόνο την κτηνοτροφική παραγωγή αλλά αδειάζει και το πορτοφόλι του λαϊκού νοικοκυριού, αποτελεί η οργάνωση του κτηνοτροφικού κόσμου τόσο σε συνδικαλιστικό επίπεδο ώστε να μπει ένα φρένο στη λεηλασία του, όσο και σε επίπεδο παραγωγής με συνεργατισμούς που θα δίνουν ένα οικονομικό και ποιοτικό προϊόν. Ο συντονισμός του κτηνοτροφικού κόσμου προ τέτοιες κατευθύνσεις θα καθορίσουν τόσο την επιβίωση τη δική του όσο και την γενικότερη οικονομία του τόπου.

πηγή: Λαϊκός Δρόμος

e-prologos.gr

Βρήκατε ενδιαφέρον το άρθρο; Μοιραστείτε το