Μια νέα κατάσταση διαμορφώθηκε στο πολιτικό σκηνικό της χώρας μετά τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις του Γενάρη και του Φλεβάρη που αποτέλεσαν τον καταλύτη των πολιτικών εξελίξεων. Η συγκλονιστική εικόνα των εκατοντάδων χιλιάδων συγκεντρωμένων σε όλη τη χώρα, επιβεβαίωσε αυτό για το οποίο μιλούν οι δυνάμεις της πραγματικής αριστεράς. Ότι υπάρχουν τώρα, και όχι στο μέλλον, λαϊκές δυνάμεις που διψούν και θέλουν να αντιδράσουν μπροστά στις συνθήκες που διαμορφώνουν οι κυβερνητικές δυνάμεις και όταν βρίσκουν κατάλληλες προϋποθέσεις το κάνουν, παράγοντας πολιτικά γεγονότα και πυροδοτώντας πολιτικές εξελίξεις.
Την κυβέρνηση τη χωρίζει με την κοινωνία το μεγαλύτερο χάσμα από το 2019, το πολιτικό κεφάλαιο του Μητσοτάκη βρίσκεται στο χαμηλότερο του επίπεδο, οι εσωτερικοί τριγμοί στην κυβερνητική παράταξη εντείνονται και οι συζητήσεις για την επόμενη μέρα στο κυβερνητικό κόμμα έχουν ξεκινήσει.
Ο κυβερνητικός ανασχηματισμός ξεθώριασε πριν καν λάμψει και οι εξαγγελίες για τις αυξήσεις των στρατιωτικών περισσότερα προβλήματα δημιουργούν στη ΝΔ, παρά λύνουν.
Οι κυβερνητικοί χειρισμοί στην υπόθεση των Τεμπών ρίχνουν πιο πολύ λάδι στη φωτιά παρά την κατευνάζουν και η κοινωνία αισθάνεται και καταλαβαίνει πως το κουβάρι της συγκάλυψης τυλίγεται ακόμη πιο σφιχτά.
Η κυβέρνηση εισπράττει τη λαϊκή απογοήτευση και αγανάκτηση, όχι μόνο για το έγκλημα των Τεμπών και της πελώριας συγκάλυψής του αλλά και για τη διόγκωση των λαϊκών προβλημάτων, των μισθών που φλέγονται από την ασυγκράτητη ακρίβεια, των λογαριασμών της ενέργειας, των δυσθεώρητων ενοικίων, της βαριάς φορολογίας, των χρεών που αυξάνονται, των πλειστηριασμών, της διάλυσης της δημόσιας υγείας, των πλημμυρών και των πυρκαγιών, της συρρίκνωσης κάθε κρατικής και κοινωνικής στήριξης.
Τα συμπτώματα της κρίσης στο πολιτικό σύστημα είναι φανερά και οι εκδηλώσεις τους πυκνώνουν. Από τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και των δημοτικών περιφερειακών εκλογών, από τις δημοσκοπήσεις και την κυριαρχία του «κανένα» μέχρι τις μεγάλες συγκεντρώσεις των Τεμπών εκδηλώνεται η απαξίωση των πολιτικών δυνάμεων που κυβερνούν και που κυβέρνησαν τα προηγούμενα χρόνια, η απαξίωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Και αυτό αποτελεί το κύριο στοιχείο και χαρακτηριστικό μιας νέας πολιτικής κρίσης και πολιτικής αστάθειας. Η επιστροφή στην κανονικότητα αποτελεί απατηλή προσδοκία και προπαγανδιστικό πυροτέχνημα που σβήνει κάτω από το βάρος των κοινωνικών προβλημάτων.
Αποκούμπι για την κυβέρνηση αποτελεί η ανυπαρξία μιας αξιόπιστης αστικής αντιπολίτευσης και αν από τη μια μεριά στο κυβερνητικό στρατόπεδο η κρίση εντείνεται και διάφορες δυνάμεις ακροβολίζονται για την επόμενη μέρα και συντελούνται διεργασίες σε όλη τη δεξιά πολυκατοικία, από την άλλη η κρίση στα κόμματα της λεγόμενης κεντροαριστεράς ανακυκλώνεται ξανά και ξανά. Από το ΠΑΣΟΚ μέχρι το ΣΥΡΙΖΑ και τα διάφορα κομμάτια του, δυνάμεις που ταυτίστηκαν με τα μνημόνια και την πιο βάρβαρη πολιτική που γνώρισε στην πλάτη του ο ελληνικός λαός τα τελευταία χρόνια, μετεωρίζονται κάτω από το βάρος της αναξιοπιστίας τους και, παρά τη μεγάλη φθορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αδυνατούν να συσπειρώσουν και να πρωταγωνιστήσουν στην πολιτική κατάσταση.
Οι κοινοβουλευτικές μανούβρες των κομμάτων αυτής της αντιπολίτευσης ειδικά στην υπόθεση των Τεμπών, διανθισμένες με τις συνεχείς μεταξύ τους αντιπαραθέσεις και διαγκωνισμούς, βρίσκονται σε απόσταση και σε μεγάλη αναντιστοιχία με το αγωνιστικό λαϊκό αίσθημα όπως εκφράστηκε και εκδηλώθηκε στις πρόσφατες κινητοποιήσεις. Στοχεύουν στην εκλογική εκμετάλλευση της λαϊκής δυσαρέσκειας και της ενσωμάτωσης του αγωνιστικού κλίματος σε ανώδυνα κοινοβουλευτικά παιχνίδια εισπράττοντας την απαξίωση και την αδιαφορία.
Μπροστά στην εξέλιξη της πολιτικής κρίσης, για τα αστικά κέντρα -ξένα και εγχώρια- και τις δυνάμεις του αστικού συστήματος, η ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού και η αναζήτηση λύσεων αποτελεί επιβεβλημένη ανάγκη και είναι σίγουρο ότι στο παρασκήνιο επεξεργάζονται σχέδια για τη διαμόρφωση σχημάτων και προσώπων που θα σερβιριστούν στο ελληνικό λαό για την επόμενη μέρα, για να συνεχίσουν απαρέγκλιτα το αντιλαϊκό έργο. Από τις ακροδεξιές δυνάμεις και το Σαμαρά που δηλώνει ενεργός, από το Δένδια και το καραμανλικό στρατόπεδο, μέχρι και το γόνο του έκπτωτου, το «Ντεγκρέτσια», που βολτάρει στην Ελλάδα, από τον Τσίπρα και την Κωνσταντοπούλου, το ΠΑΣΟΚ και τα κομμάτια του ΣΥΡΙΖΑ, ρίχνονται στο τραπέζι της συζήτησης τα πιο φθαρμένα υλικά για να αποτελέσουν ιδέες και λύσεις για την επόμενη μέρα της ανασύνθεσης ενός πολιτικού συστήματος που σαπίζει και παρακμάζει.
Όσο είναι βέβαιο ότι μπροστά στην πολιτική κρίση που ωριμάζει, μπροστά στην κρίση εκπροσώπησης και απαξίωσης προετοιμάζονται σχέδια ανασύνθεσης, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι όποια λύση και να επιλεγεί δεν θα αποσπάσει καμία θερμή λαϊκή συναίνεση και στήριξη και δεν θα μακροημερεύσει.
Όλες οι συνθήκες που γεννούν την πολιτική κρίση, όλες οι συνθήκες που αναπαράγουν και φουντώνουν τη λαϊκή αγανάκτηση δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από το αστικό σύστημα που κινείται διεθνώς και εσωτερικά προς μεγαλύτερα αδιέξοδα και σε μεγαλύτερη σύγκρουση με τα πλατιά λαϊκά συμφέροντα.
Όλες οι συνθήκες της βάρβαρης μνημονιακής πολιτικής που αφαιμάσσει τα λαϊκά εισοδήματα είναι παρούσες, όπως παρούσες είναι και οι συνθήκες της πολιτικής του αυταρχισμού και της κατάπνιξης των δημοκρατικών δικαιωμάτων, όπως παρούσες είναι και οι πολιτικές της πρόσδεσης της χώρας στην υπηρεσία των ξένων συμφερόντων και των πολεμοκάπηλων σχεδιασμών. Οι πολιτικές της υποτέλειας που φορτώνουν υπέρογκα εξοπλιστικά προγράμματα που προωθούνται τώρα στη βουλή και καλείται να πληρώσει με το αίμα του ο ελληνικός λαός.
Καμία λύση και κανένα φως δεν μπορεί να δώσει το αστικό σύστημα, μέσα στις συνθήκες που σπρώχνουν το λαό στο σκοτάδι.
Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση δεν είναι τα σχέδια των διαφόρων δυνάμεων για τη ενίσχυση του αστικού πολιτικού συστήματος και πώς αυτό θα βγει από την κρίση του, αλλά πώς ο λαός θα μπορέσει να γίνει ο πραγματικός πρωταγωνιστής των εξελίξεων. Αυτό που κατέδειξαν οι μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις, που έβαλαν τη σφραγίδα τους και πυροδότησαν αναταράξεις, είναι αυτό που δείχνει τη δυνατότητα των λαϊκών αγώνων να επιβάλουν κάτω από προϋποθέσεις μια άλλη κατεύθυνση.
Και η πρώτη προϋπόθεση -χωρίς να είναι η μόνη- δεν είναι άλλη από τη μαζικότητα των αγώνων. Αν κάποιο στοιχείο έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις, είναι η κάθοδος εκατοντάδων χιλιάδων λαού σε ενιαίες συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα, κάτω από ένα κεντρικό αίτημα, το «Όχι στη συγκάλυψη του εγκλήματος των Τεμπών». Ακολουθώντας κυρίως μια χούφτα συγγενών, που δεν το έβαλαν κάτω, όπως οι κρατικοί και κυβερνητικοί μηχανισμοί προσπάθησαν, ξεπέρασαν μεγάλα εμπόδια και δυσκολίες, πάλεψαν ακούραστα για το δίκιο των νεκρών τους και κράτησαν ζωντανή την υπόθεση της δικαίωσής τους. Έκαναν με βάση το ένστικτο, τον πόνο και το θυμό αυτό που θα όφειλε να κάνει συνειδητά μια αριστερή πολιτική και συνδικαλιστική ηγεσία. Ένωσαν κάτω από ένα κεντρικό αίτημα το λαό πυροδοτώντας, ακόμη και ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους, πολιτικά γεγονότα σε μια αντικυβερνητική κατεύθυνση.
Αυτό που κατάφερε η χούφτα των συγγενών, κάνουν ό,τι μπορούν για να το υπονομεύσουν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ και του ΠΑΜΕ που αυτοπροβάλλονται σαν τους ηγέτες του λαϊκού και εργατικού κινήματος.
Ενώ πριν λίγες μέρες αυτές οι δυνάμεις κάλεσαν στην ίδια συγκέντρωση, κάτω βέβαια από την πίεση του κόσμου, τώρα μπροστά στην απεργία της 9ης Απριλίου η κάθε μια καλεί σε χωριστή. Αφού υποκριτικά χαιρέτησαν τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις, τώρα ξαναγυρίζουν στο ίδιο έργο που επαναλαμβάνεται, διαβρώνοντας και αποδυναμώνοντας το μαζικό κίνημα. Το έργο της αναζήτησης της χωριστής πλατείας και της διάσπασης που υποσκάπτει τη δύναμη των εργαζομένων.
Οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ γραφειοκρατικοποιημένες και συμβιβασμένες μέχρι το μεδούλι τους, προτάσσοντας τις μικροσυνδικαλιστικές τους σκοπιμότητες και ανταγωνισμούς, αδιαφορώντας για τις λαϊκές διεκδικήσεις, καλούν σε χωριστές συγκεντρώσεις, αποσυνδέοντας μάλιστα πλήρως από τα αιτήματα της απεργίας το ζήτημα των Τεμπών που ενεργοποιεί το λαό.
Παράλληλα το ΠΑΜΕ, ενώ και αυτό στις προηγούμενες κινητοποιήσεις κάλεσε στις ενιαίες συγκεντρώσεις, τώρα επανέρχεται στην παγιωμένη πρακτική της διάσπασης, θέτοντας στο συνδικαλιστικό κίνημα το δικό του ξεχωριστό πολιτικό πλαίσιο που αποκαλεί «αντικαπιταλιστικό», διαμορφώνοντας όρους διαίρεσης από πάνω μέχρι κάτω.
Είναι φανερό ότι η πρακτική των δυνάμεων αυτών αποτελεί στήριγμα της κυβέρνησης, καθώς όχι μόνο δεν βοηθάει στην κλιμάκωση των μεγάλων κινητοποιήσεων που την στρίμωξαν όσο ποτέ, αλλά διαμορφώνει όρους αποσυσπείρωσης και αποκλιμάκωσης.
Σε κατεύθυνση αποκλιμάκωσης κινήθηκε ενεργητικά η ηγεσία του ΚΚΕ όταν μετά την απεργία της 28ης Φλεβάρη επιδόθηκε σε αλλεπάλληλα εκτονωτικά καλέσματα, με μοναδικό στόχο να εμφανιστεί ως ηγέτης του κινήματος και να καρπωθεί κομματικά οφέλη, αφήνοντας εκτός τη φυσική ηγεσία των συγγενών που επικοινωνεί με τον κόσμο και αρνούμενη να ασκήσει πιέσεις και να σπρώξει σε δράση τις συνδικαλιστικές δυνάμεις. Συνδέοντας μάλιστα η ηγεσία του ΚΚΕ τις κινητοποιήσεις με τις κούφιες και αποπροσανατολιστικές διαδικασίες της πρότασης δυσπιστίας στο κοινοβούλιο και με τις επιδιώξεις της αντιπολίτευσης για την εναλλαγή της κυβερνητικής εξουσίας. Και ποιας αντιπολίτευσης; Αυτής που στα μάτια πλατιών στρωμάτων κουβαλάει στην καμπούρα της τις δικές της ευθύνες για το έγκλημα, αλλά και για την κατάσταση της χώρας.
Στην ίδια πρακτική της πολυδιάσπασης επανέρχονται και δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, παρά το ότι και αυτές συμμετείχαν προηγούμενα στις ενιαίες συγκεντρώσεις που επίσης χαιρέτισαν με διθυράμβους. Δυνάμεις που, αντιγράφοντας την πρακτική του ΠΑΜΕ, θέτουν τα δικά τους «αντικαπιταλιστικά πλαίσια» με κεντρικό σύνθημα το «κάτω η κυβέρνηση». Ένα σύνθημα που προσυπογράφουν τα κόμματα της αστικής αντιπολίτευσης, καθώς τους ανοίγει το δρόμο προς την κυβερνητική εξουσία, όπως ακριβώς έγινε και το 2015 με την έλευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Αν η πολιτική του διασπαστισμού αποτελεί σε κάθε περίπτωση ένα μεγάλο πρόβλημα που πρέπει αποφασιστικά να καταπολεμηθεί μέσα στους κόλπους του συνδικαλιστικού και αριστερού κινήματος, σε συνθήκες που ανεβαίνει το βαρόμετρο της πάλης, που αναπτύσσονται οι προσδοκίες από το συλλογικό αγώνα και κατεβαίνουν μάζες στους δρόμους, η γραμμή της διάσπασης αποκτά μορφή οξύτερης υπονόμευσης και υπόσκαψης του μαζικού κινήματος και μετατρέπεται αντικειμενικά σε στήριγμα της κυβέρνησης που κατά τα άλλα… θέλει να γκρεμίσει.
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
e-prologos.gr